Δημήτρης Τσάτσος: Ο Δάσκαλος, ο Ευπατρίδης, ο Αμφισβητίας
Γιώργος Παραβάντης | Τρίτη, 27 Απριλίου 2010 7:47 μμ
Πριν από λίγες μέρες έφυγε ο Καθηγητής Δημήτριος Τσάτσος, ένας άνθρωπος πάνω απ' όλα, με ανυπέρβλητη ζεστασιά, ευπροσηγορία, με ένα καθαρό τρόπο σκέψης υπήρξε άνθρωπος απλός στο μεγαλείο του και μεγάλος στην απλότητα του.
Τα πολλά χρόνια της φιλίας και της ζεστής ανθρώπινης σχέσεως μαζί του σφράγισαν κυριολεκτικά την ζωή μου και τολμώ να πω ότι τον έβλεπα σαν στενό μου συγγενή.
Ο Δημήτρης Τσάτσος υπήρξε ένας μεγάλος διανοούμενος, υιός του Θεμιστοκλή Τσάτσου, Βουλευτού των Φιλελευθέρων, Καθηγητού της Νομικής, Πρέσβεως της Ελλάδος στην Γερμανία. Υπήρξε επίσης πρώτος ανιψιός του μεγάλου φιλόσοφου, διανοούμενου και Προέδρου της Δημοκρατίας κου. Κωνσταντίνου Τσάτσου.
Ο πατέρας του, Θεμιστοκλής, μετέδωσε στον Δημήτρη Τσάτσο την μεγάλη του αγάπη για την τέχνη και, συγκεκριμένα, για την μουσική και την ζωγραφική ...
Ο Τσάτσος ήταν αυτό που αποκαλούμε στα λατινικά «homo universalis», ένας άνθρωπος με πάρα πολλά ταλέντα που διακτινίζονταν σε όλες τις παραμέτρους της ζωής, ένας άνθρωπος με βαθιά αισθήματα, που αγαπούσε τους ανθρώπους, που αγαπούσε την φύση, που αγαπούσε το φως και που φώτιζε τα πάντα γύρω του ...
Είναι χαρακτηριστική η αγάπη του για τον μεγάλο Έλληνα Ζωγράφο, Νικόλαο Γύζη, και τον τρόπο που διαχειριζόταν το φως, το Ελληνικό φως και, ιδιαίτερα, τον πίνακά του «Το Τάμα».
Στο υπέροχο βιβλίο του πατέρα του, Θεμιστοκλή Τσάτσου, και του Μαρίνου Καλλιγά, «Οι Έλληνες Ζωγράφοι», το οποίο προλογίζει ο Δημήτρης Τσάτσος, φαίνεται η αγάπη του αυτή για την τέχνη και την ζωγραφική.
Παράλληλα, αγαπούσε και τη μουσική και, μάλιστα, πάρα πολύ και πολλές φορές τις δύσκολες ώρες της μοναξιάς και της απογοήτευσης, διότι υπήρξαν πολλές τέτοιες δύσκολες στιγμές στη ζωή του, κατέφευγε στην αγαπημένη του φυσαρμόνικα, όπου διέθετε ένα εκπληκτικό ταλέντο και με αυτό τον τρόπο ζέσταινε την δική του ψυχή αλλά και τις καρδιές όλων μας.
Στο πέτρινο σπίτι του στο Παλαιό Ψυχικό, όπου, μάλιστα, ο πατέρας του είχε φροντίσει ήδη από το 1949 να ονοματίσει την οδό με το επώνυμο του αγαπημένου τους ζωγράφου, δηλαδή στο σπίτι της οδού Γύζη, μπορεί να δει κανείς την ίδια στιγμή στο κήπο Υπουργούς, Αρχηγούς Κρατών, Πρέσβεις αλλά και πρωτοετείς φοιτητές του, όλους μαζί να συνομιλούν και να απολαμβάνουν τον εγκάρδιο χαρακτήρα του και την λεπτότατη ειρωνεία, που τον διέκρινε κάποιες φορές για τα πράγματα, και να σχηματίζουν ένα βοερό ανομοιογενές και ετερόκλητο μελίσσι, που όμως ήταν τόσο συμβατό με την προσωπικότητα του ευπατρίδη αλλά και αντικομφορμιστή, του ιδεολόγου και αμφισβητία αλλά και, εντέλει, του μεγάλου ευγενούς, Δημήτρη Τσάτσου.
Στο εκπληκτικό φιλοσοφικό πόνημά του με τίτλο «Η Αμφισβήτηση», αναφέρει ότι δεν υπάρχει δυσκολότερο πράγμα για έναν άνθρωπο που μεγάλωσε και βίωσε σε μια συγκεκριμένη οικογενειακή και πολιτική τάξη, από το ενεργεί σαν την αλογόμυγα του Σωκράτη και να αμφισβητεί (όχι βεβαίως να ανατρέπει, διότι η ανατροπή είναι μια εύκολη λύση που οδηγεί στον μηδενισμό ...) κάποια υπόγεια ρεύματα, τα οποία διαιώνιζαν κάποιες σάπιες καταστάσεις στο ελληνικό πολιτικό και κυρίως κοινωνικό κατεστημένο.
Οι επιστολές του Δημήτρη Τσάτσου ήταν αραβουργήματα, γραμμένες πάντοτε δια χειρός με τις αγαπημένες του πένες (διότι λίγοι ξέρουν ότι ο Δημήτρης Τσάτσος αγαπούσε τις πένες και συνέλεγε τις πιο εκλεκτές από αυτές). Υπέγραφε δε πάντα με τα πιο παράξενα χρώματα, διότι μέσα από την αγάπη του για το φως ανέβλυζε και η αγάπη του για τα χρώματα, δηλαδή και η αγάπη του για την ζωή, και τα τελευταία χρόνια απ' ό,τι είχα παρατηρήσει είχε ξεφύγει από το κυπαρισσί και είχε καταλήξει στο βυσσινί.
Ο Τσάτσος αγαπούσε πάρα πολύ την μητέρα του και τη σύζυγό του κι, όταν η τελευταία έφυγε ξαφνικά από τη ζωή στις αρχές του 2000, αφυδατώθηκε τόσο πολύ ψυχικά που, κυριολεκτικά, η ζωή του περιορίστηκε στην τρέχουσα διαχείριση των τεράστιων ακαδημαϊκών του υποχρεώσεων και στο να προσφέρει χαρά και τις πολύτιμες γνώσεις του στους μαθητές του, στους φίλους και στους οικείους του, αλλά, βεβαίως, μου είχε εκμυστηρευτεί ότι συνέχεια αναζητούσε να ξαναβρεί πάλι την σύντροφο του, με την οποία υπήρξε τόσο πολύ συνδεδεμένος, όπως και με τη ζωή.
Όταν πριν από δύο μήνες ο Αντικαγκελάριος της Γερμανίας και Υπουργός Εξωτερικών, κ. Westerwelle, επισκέφθηκε τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας, κ. Κάρολο Παπούλια, το πρώτο πράγμα που του εδήλωσε ενώπιον όλων των δημοσιογράφων ήταν ότι είναι υπερήφανος για την Ελλάδα επειδή το διδακτορικό του στα νομικά το υπέβαλε στον Έλληνα Καθηγητή του στη Γερμανία, κ. Δημήτρη Τσάτσο ...!!!
Δυστυχώς, αυτός ο άνθρωπος, ο μέγας Συνταγματολόγος, ο τεράστιος Ευρωβουλευτής, ο εμπνευστής και υποστηρικτής της Συνθήκης της Λισσαβώνας, ο ιδεαλιστής Ευρωπαίος, δυσαρεστήθηκε από το ίδιο του το κόμμα όταν το 2005 δε συμπεριελήφθη στη λίστα των υποψηφίων Ευρωβουλευτών και, μάλιστα, πρώτος, όπως στις προηγούμενες δύο Ευρωεκλογές, παρά το τεράστιο έργο του στα ευρωπαϊκά πεπραγμένα, για το οποίο μιλάει όλη η Ευρώπη, κι αυτό υπήρξε ένα κοινό μυστικό σε όσους κινούνταν κοντά του.
Το 2007 και, συγκεκριμένα, τον Οκτώβριο, ο Δημήτρης Τσάτσος επισκέφθη το Άργος και, μάλιστα, εγώ είχα την τιμή και τη χαρά να είμαι μαζί του, προκειμένου να μιλήσει για την τότε τρέχουσα πολιτική επικαιρότητα στα τοπικά Μ.Μ.Ε. αλλά και για να τον γνωρίσουν από κοντά οι άνθρωποι της Αργολίδας.
Ο Δημήτρης Τσάτσος υπήρξε πάνω απ' όλα ένας ανθρωπιστής, ένας άνθρωπος με γοητευτική προσωπικότητα, και η συναναστροφή του με αυτούς που ονομάζουμε «απλό κόσμο» αποτελούσε για αυτόν τη βάση πάνω στην οποία δομούσε και έχτιζε τη μετέπειτα πολιτική και επιστημονική του θεώρηση της αμφισβήτησης των a priori πολιτικών και κοινωνικών δεδομένων.
Για το Δημήτρη Τσάτσο, τον ταξιδευτή, τον ακαδημαϊκό, τον οικουμενικό γυρολόγο της διανόησης, το ομιχλώδες και κρύο τοπίο της Γερμανίας το χειμώνα, εκεί όπου ασκούσε τα ακαδημαϊκά του καθήκοντα ως Καθηγητής, αντικαθιστούσε η χαρά και αγωνία, η θάλπη και ζεστασιά του αγαπημένου του νησιού, του νησιού του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, δηλαδή της Σκιάθου, το καλοκαίρι ...
Τίποτα όμως δε μπόρεσε να υποκαταστήσει τη ζεστασιά της παρουσίας της αγαπημένης του συζύγου και είμαι σίγουρος ότι από εκεί ψηλά που τώρα βρίσκεται μαζί με αυτήν, εκπέμπει πλέον αυτήν την ξεχωριστή πνευματική ακτινοβολία του προς όλους μας και εξακοντίζει το ζεστό και ελαφρώς σαρδόνιο χαμόγελό του προς το διηνεκές μέλλον.
Ο Τσάτσος συνήθιζε να λέει ότι ήταν πολύ ευχαριστημένος να βλέπει μαθητές του να τον ξεπερνούν. Βεβαίως, ποτέ δε συνέβη αυτό είμαστε όμως όλοι τόσο ικανοποιημένοι που υπήρξε Δάσκαλός μας.